ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007


The legend of the icon of Kykkos Monastery-Panagia tou Kykkou- is a dramatic one. The icon is famous and revered throughout the Orthodox world. It is one of the four icons of the Virgin Mary attributed to Saint Luke. The legends surrounding them are many and interesting. The boards on which they were painted were given to saint luke, for the purpose by Archangel Gabriel. The other three icons are now to be found, one in Athens, another at Panagia Soumela Monastery in northern Greece, and the other in the Monastery of Megaspelion in the Peloponnese. All four icons passed through tremendous adventures before they finally came to rest in their present shrines. The Virgin of compassion-Panayia Eleousa-the icon of Kykkos, was taken to Egypt by Saint Luke after the death of the Virgin. He had painted it just seven years after the Crucifiction and Resurrection of Christ. The icon remainded there until the Christians, to whom it had been entrusted, were captured by pirates. It was thrown into the sea to save it from desecration.T wo Byzantine ships appeared and after chasing away the pirates, rescued the icon. They took it to Constantinople and presented it to the Emperor, Alexios Comnenos (1081-1118). The following is the story how it came to Cyprus where it has remained for the last 900 years. The Emperor Alexios, send a Duke, Manuel Voutoumites, to Cyprus as Governor. One day Voutoumites was out hunting and encountered a holy monk, Isaias, who failed to get out of his way quickly enough and was given a sharp kick. Within days the Duke was smitten with an incurable disease, described as a kind of paralysis, called sciatica, the most severely affected part being his kicking foot. There then followed a dream sequence. First Voutoumites was told by God, in a dream, that he would be cured if he begged forgiveness from the old monk. When Voutoumites had complied with this advice he was cured. In the meantime Isaias himself had been dreaming. In his dreams the Virgin has appeared and had told him that it was in Cyprus that she wished her icon, the Virgin of Compassion (Eleousa), to live. She said that he and Voutoumetis must go to Constantinople and bring it to Cyprus. On reaching Constantinople they found that the Emperor, not unnaturally, was reluctant to part with the icon. Fortunately the Emeror's daughter was suddenly afflicted with severe sciatica. In exchange for her immediate cure the Emperor gave them not only the icon but money to build a church for it. So the Virgin of Compassion came to Cyprus and all the trees bowed down to welcome her. The church was build by Isaias with the Emperor's money is called to the present day "the Imperial and Stavropegial Monastery of Kykkos". The term 'stavropegial' designates a Cross lying under the foundation stone. Since then, it was burned down several times and in 1821, it was pillaged by the Turks in a revenge for the actions of the Greeks in the War of Independence. But on each occasion the icon was rescued and taken to a place of safety.

The icon is protected by a curtain decorated with a figure in silver and edged with seed pearls. The icon stood open so long as it was in the Emperor's palace. In 1576 , it was encased in a silver gilt cover which was replaced by a new one in 1795. Since then, the painting has never been looked upon again. An appolling fate is predicted for anybody who attempts to lift up the curtain. Nobody dares to look in the face, because many who did so in the past were punished. The Virgin of Compassion is a living tradition on the island. She cures rheumatic illnesses, but most of all, she intercedes to bring rain when it is needed and she is greatly loved by all the people of Cyprus.
Ο θρύλος της εικόνας της Παναγίας του Κύκκου είναι δραματικός. Η Εικόνα είναι φημισμένη και σεβαστή σε όλο τον Ορθόδοξο Κόσμο. Είναι μια από τις τέσσερις εικόνες της Παναγίας που αποδίδονται στον Απόστολο Λουκά. Οι θρύλοι που τες περιβάλλουν είναι πολλοί και ενδιαφέρων. Οι πίνακες στους οποίους είναι αγιογραφημένες δόθηκαν στον Απόστολο Λουκά, για το σκοπό αυτό από τον αρχάγγελο Γαβιήλ. Οι άλλες τρεις εικόνες βρίσκονται τώρα ως εξής, μια στην Αθήνα, η άλλη στο Μοναστήρι του Σουμελά στη βόρεια Ελλάδα, και η άλλη στο μοναστήρι Μέγα Σπήλιον στην Πελοπόννησο. Και οι τέσσερις εικόνες πέρασαν μέσω τεράστιων περιπετειών προτού να έρθουν τελικά να κατασταλάξουν στις παρούσες θέσεις τους. Η Παναγία του Κύκκου, που είχε ζωγραφίσει ο Λουκάς ακριβώς επτά χρόνια μετά από την Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού μεταφέρθηκε από το ίδιο στην Αίγυπτο μετά το θάνατο της Παναγίας. Η εικόνα έμεινε εκεί έως ότου οι Χριστιανοί, από τούς οποίους ήταν φυλαγμένη, είχαν αιχμαλωτιστεί από τους πειρατές. Για να σωθεί από τη βεβήλωση, την έριξαν στη θάλασσα. Δύο βυζαντινά σκάφη εμφανίστηκαν και αφού καταδίωξαν μακριά τους πειρατές, διέσωσαν την εικόνα. Την πήραν στη Κωνσταντινούπολη και την παρουσίασαν στον αυτοκράτορα, Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118). Η ακόλουθη είναι η ιστορία πώς ήρθε στην Κύπρο όπου έχει παραμείνει για τα τελευταία 900 χρόνια. Ο αυτοκράτορας Aλέξιος, έστειλε ένα δούκα, το Μανούηλ Βουτομύτη, στην Κύπρο ως κυβερνήτη. Μια μέρα ο Βουτομύτης καθώς κυνηγούσε στα βουνά, έχασε τους φίλους του, και έμεινε μόνος. Εκεί που έψαχνε να βρει τους συντρόφους του, βρήκε μια σπηλιζ όπου ζούσε μέσα ένας ασκήτης, ο μοναχός Ισαΐας. Ο Κυβερνήτης ρώτησε τον ασκητή Ισαΐα, αν είχε δει τους φίλους του να περνάνε από εκεί. Ο Ισαΐας δεν έδωσε καμιά απάντηση, και αυτός θύμωσε, με αποτέλεσμα να κτυπήσει άγρια τον γέροντα και να φύγει. Εντός ημερών ο δούκας ήταν χτυπημένος με μια ανίατη ασθένεια, ένα είδος παράλυσης, αποκαλούμενη ισχυαλγία. Έπειτα ακολούθησε μια σειρά ονείρων. Πρώτα ο Βουτομύτης, είδε τον Θεό, σε ένα όνειρο να του λέγει ότι θα θεραπευόταν εάν ικέτευε τη συγχώρεση από τον ασκητή μοναχό, και όταν ο Βουτομύτης συμμορφώθηκε με αυτές τις συμβουλές, θεραπεύτηκε. Στο μεταξύ ο Ισαΐας, ο ίδιος, ονειρευόταν στα όνειρά του την Παναγία που είχε εμφανιστεί και του είχε πει ότι αυτός και ο Βουτομύτης πρέπει να πάνε στη Κωνσταντινούπολη και να φέρουν την εικόνα της στην Κύπρο. Όταν έφθασαν στη Κωνσταντινούπολη διαπίστωσαν ότι ο αυτοκράτορας, φυσικά, ήταν απρόθυμος να αποχωριστεί από την εικόνα. Ευτυχώς η κόρη του αυτοκράτορα αρρώστησε ξαφνικά με την ίδια ασθένεια που είχε πριν ο Μανουήλ. Μιας βαριάς μορφής ισχυαλγίας. Σε αντάλλαγμα για την άμεση θεραπείας της, ο αυτοκράτορας τους έδωσε όχι μόνο την εικόνα αλλά και τα χρήματα για να κτιστεί μια εκκλησία για να την βάλουν μέσα. Έτσι η εικόνα ήρθε στην Κύπρο και όλα τα δέντρα γονάτισαν κάτω για να την καλωσορίσουν. Η εκκλησία κτίστηκε από το μοναχό Ισαΐα με τα χρήματα του αυτοκράτορα γι΄ αυτό το Μοναστήρι καλείται μέχρι σήμερα ως "Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή". Ο όρος "Σταυροπηγιακή" υποδεικνύει ότι ως θεμέλιος λίθος της είχε τοποθετηθεί Σταυρός. Από τότε, κάηκε αρκετές φορές και το 1821, λεηλατήθηκε από τους Τούρκους σε μια εκδίκηση για τις ενέργειες των Ελλήνων κατά την επανάσταση αλλά σε κάθε περίπτωση η εικόνα διασώθηκε. Η εικόνα προστατεύεται από πέπλο και βρίσκεται μέσα σε ασημένια θήκη, διακοσμημένη με μαργαριτάρια. Η εικόνα ήταν ακάλυπτη όσον ήταν στο παλάτι του αυτοκράτορα. Το 1576, περιβλήθηκε μέσα σε ένα ασημένιο κάλυμμα που αντικαταστάθηκε από ένα καινούργιο το 1795. Από τότε, η εικόνα δεν έχει κοιταχτεί ποτέ από κανένα. Μια τρομερή μοίρα προβλέπεται για οιοδήποτε προσπαθήσει να σηκώσει το πέπλο. Κανένας δεν τολμά να την κοιτάξει στο πρόσωπο, επειδή πολλοί που το έκαναν στο παρελθόν τιμωρήθηκαν. Η Παναγία η Ελεόυσα του Κύκκου είναι μια ζωντανή παράδοση στο νησί. Θεραπεύει τις ρευματικές ασθένειες, αλλά προ πάντων, παρεμβαίνει για να φέρει τη βροχή, όταν αυτό απαιτείται, και είναι πολύ αγαπητή από τους Κυπρίους.

Κύκκου, Κύκκου το βουνί,
Μοναστήρι θα γενεί,
χρυσή κόρη εν να μπει
τζιαί ποττέ της εν θα βκει


Η Μαρία η Παρθένη
εις τα όρη ήταν ξένη.
Σε πήλιον εκατοίκησεν,
μονογενήν εγέννησεν.
Σε μιάν πάγνην τον έβαλεν,
τζι’ ένας βούς τον έγλειψεν,
τριών μηνών εσύντυσσιεν,
τεσσάρων επαρπάτησεν.
Τζιαί της μάνας του της είπεν:
-Α! μάνα μου, μανούλλα,
πως τζιοιμάσε μανιχούλλα,
πως τζιοιμάσαι, πως ξυπνάς,
τζιαί τον ήλιον ενερκάς;
-Όϊ γυιέ μου μονογένη,
εν τζιοιμούμε μανησσιή,
έχω Πέτρον, έχω Παύλον,
έχω δώδεκ’ αποστόλους,
τζιαί σταυρόν στην τζεφαλήν,
τζι’άγιον Πνεύμαν στην ψυσσιήν!
Α! γυιέ μου μονογένη,
άσσιημον όρωμαν σε είδα,
πως σε τρέχαν οι Οβραίοι,
οι παράνομοι, οι σκύλλοι,
πάνω, κάτω σε ετρέχαν,
στην Γεσθημανήν σ’ επκιάσαν,
στον Πιλάτον σ’ εδικάσαν.
Καρφκιά πέντε σου εμπήξαν,
δκυό στα σσιέρκα, δκυό στα πόδκια,
τζι’ έναν άλλον στην καρκιάν σου,
τζι’ έτρεξεν τ’ άρχαντον σου γαίμαν.
Τυφλοί είδαν το τζ ’ αμπλέψαν,
τζιαί κουτσοί επαρπατήσαν,
λεπροί εκαθαρίσαν,
τζιαί νεκροί αναστηθήκαν.
-Αληθινά ενί μανούλλα μου,
τζι’αληθινόν εν το όρωμαν σου!
Καλλιώρα του που το λαλεί,
τρείς φορές την ήμεραν.
Λαμπρόν ππέφτει, εν καυκεται,
μήτε ποταμός τον παίρνει,
τζιαί το δίστομον μασσιέριν,
πάνω του ποττέ εν μπαίννει.
Έρκεται κρίση φοερή;
τίποτες εν παθθαίννει.

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007




A fruitful rill, by limpid fountain fed,
Waters, all round about, the fertile space.
The land of Venus truly may be said

That passing joyous and delightful place:
For every maid and wife, who there is bred,
Is through the world beside, unmatched in grace:
And Venus wills, till their last hour be tolled,
That Love should warm their bosoms, young and old.

~ Ludovico Ariosto (1474-1533)

The Spring of love or the Fountain of Love is located in westerner utmost part of Cyprus, in the Akamas Peninsula , near Cape Arnaoutis. It is a creek with a small spring, which supplied many legends and traditions about lovers and the love. Legend has it that the Goddess Aphrodite used to bring her young lovers here away from people. Another legend says that those who drink from there will fall in love again. This spot was visited by numerous Italian poets during their explorations in search of Aphrodite's hideouts, including Ludovico Ariosto (1474-1533), who in his famous poem Orlando furioso writes vividly about Fontana Amorosa. Its foreign name is first mentioned during the Venician peririod and is an attribution of a corresponding previous Greek name. Water which is a source of life, was moreover connected in the antiquity with Venus, goddess of Love, who according to tradition was born in Paphos.


Ως μίλια επτά, απ' το γιαλό ως τα χαριτωμένα βουνάλια,
σκεπασμένα τα μέρη με μυρτιές και μύρα τόσα άλλα,
δέντρα, μικρά, μεγάλα, γεμάτα ευωδιές.
Θάμνοι και κρόκοι και κισσοί, τριαντάφυλλα και κρίνοι,
και μύρια αναδίνει αρώματα η γη.
Το αεράκι το απαλό απ’ τη στεριά τα παίρνει,
στη θάλασσα τα φέρνει, μοσχοβολά κι αυτή.
Από κρυστάλλινη πηγή ποτάμι αναββλύζει,
τη ζώνη όλη σχίζει, διάπλατα την περνά.
οι τόποι αυτοί οι πρόσχαροι, θελγητρομεστωμένοι,
στην Αφρογεννημένη, την ώρια έχουν Κυρά.
Στον κόσμο αλλού δεν βρίσκονται γυναίκες και παρθένες
τόσο χαριτομένες, τόσο ελκυστικές.
Σε νέες, γριές, δι’ η θεά σε όλη τη ζωή τους,
ως τη στερνή πνοή τους, φωτιές ερωτικές.


H Πηγή του έρωτα ή Βρύση των ερώτων, η γνωστή Φοντάνα Αμορόζα, βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο της Κύπρου, στη Χερσόνησο του Ακάμα, κοντά στο Ακρωτήρι Αρναούτης. Πρόκειται για έναν κολπίσκο με μια μικρή πηγή, η οποία τροφοδότησε πολλούς θρύλους και παραδόσεις γύρω από τους ερωτευμένους και τον έρωτα. Ο μύθος το έχει ότι η θεά Αφροδίτη έφερνε τους νέους εραστές της εδώ, μακρυά από τους ανθρώπους. Κάποιος άλλος μύθος λέει ότι αυτοί που πίνουν νερό από αυτή τη πηγή θα ερωτευτούν πάλι. Αυτό το σημείο επισκέφτηκαν πολυάριθμοι Ιταλοί ποιητές κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεων τους σε αναζήτηση των αχναριών της Αφροδίτης,συμπεριλαμβανομένου και του Λουδοβίκο Αριόστο (1474-1533), ο οποίος στο διάσημο ποίημά του ‘‘Ορλάντος Μαινόμενος’’ γράφει περιγραφικά για τη ‘‘Fontana Amorosa’’. Η ξενική ονομασία «Fontana Amorosa» απαντάται στα χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο και ίσως είναι απόδοση μιας αντίστοιχης προγενέστερης ελληνικής ονομασίας. Το νερό, πηγή ζωής, συνδεόταν εξάλλου στην αρχαιότητα με την Αφροδίτη, θεά του Έρωτα, που σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκε στην Πάφο.


The Mosque of Umm Haram is the chief Muslim shrine on Cyprus and an important holy site for the entire Muslim world. It is also a listed Ancient Monument inthe Larnaca District. The accounts regarding its existence have generally been dated from the first Arab raids on Cyprus (647 A.D. or 649 A.D). The most likely account tells of the death of the wife of “Ubada bin al-Samit”, Umm Haram, during a raid upon the island organized by Muawiyah. She fell from her mule and died after breaking her neck during the siege of Larnaca. She was buried near the salt lake and her grave became a sacred shrine. Hala Sultan (Umm Haram) was the Prophet Muhammad’s ‘wet-nurse’ Fatmeh. The Ottomans built the mosque complex itself in a series of stages in the late 18th and early 19th centuries. A shrine was built by Sheikh Hassan in 1760 A.D. Later the mosque was constructed and the complex assumed its present form around A.D 1816/17. Hala Sultan Tekke is composed of a mosque, mausoleum, minaret, cemetery, and living quarters for men and women.

Τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ (Ουμμ Χαράμ), έναν από τους σημαντικότερους ιερούς χώρους του Ισλάμ και ανάμεσα στα σπουδαιότερα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης και του κόσμου. Το Τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ αποτελεί προορισμό Μουσουλμάνων προσκυνητών από την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή και είναι σύμβολο της πολυπολιτισμικής κληρονομιάς του νησιού. Στο εσωτερικό του Χάλα Σουλτάν Τεκκέ σώζεται τάφος, που σύμφωνα με την παράδοση ανήκει στην Ουμ Χαράμ, παραμάνα του προφήτη Μωάμεθ την Φατμέ. Η Ουμ Χαράμ, η οποία συνόδευσε το σύζυγό της στην Κύπρο κατά τη διάρκεια μιας αραβικής επιδρομής, σκοτώθηκε επί τόπου πέφτοντας από το άλογό της, μόλις αποβιβάστηκε στο νησί. Ο τάφος είναι σκεπασμένος με υφάσματα και περιβάλλεται από ένα τρίλιθο κατασκεύασμα. Σύμφωνα με την παράδοση ο ένας λίθος αιωρείται.Το τζαμί κτίστηκε πολύ αργότερα, λίγο πριν το 1787. Η σημερινή μορφή του τεμένους συμπληρώθηκε στα 1816. Πρόσφατα έγιναν εργασίες αποκατάστασης του τεμένους, το οποίο αποτελεί και σήμερα το δημοφιλέστερο προσκύνημα των μουσουλμάνων της Κύπρου.


Sourp Magar Monastery lies in a beautiful spot in the mountain, on the cliff edge located on the Pentadaktylos mountain range and at the start of a deep ravine. While the name Sourp Magor means the Virgin Mary, this 11th century Coptic monastery is dedicated to St Makarios of Alexandria, an Egyptian hermit and whose Coptic monastery in Egypt still exists today. Sourp Magar then became an Armenian monastery in about 1425AD. Commonly known as Armenomonastiro, it is the only existing Armenian monastery in Cyprus and the most significant Armenian ecclesiastical building on the island.
During the 15th century, Sourp Magar Monastery was a popular pilgrim resting place for Armenian pilgrims on their way to and from the Holy Land. The Armenain community of Nicosia used it as a summer retreat, and the monks ran a school for orphans. Originally the monastery’s lands ran to about 3,000 acres of fruit and olives tress, as well as crops, all watered by the monastery’s own irrigation system. Despite the fact that the last monks left in the early 20th century, pilgrims continued to visit here and stay overnight, until the events of 1974 effectively sealed Sourp Magar Monastery’s fate. Sadly, Sourp Magar has been comprehensively vandalised and looted and set on fire. It is in danger of collapsing completely with the next few years.Various parts of the Monastery were extensively dug up by the Turks in the hope of finding gold and, most part of the church of the monastery has been destroyed. The Monastery has now been turned into a cafe with the intention also to build a hotel or a recreation center on the site. After actions by the Cypriot Government, international bodies expressed concern on this matter, notably the Vatican, which issued a severe response. The hotel "licence" was temporarily halted.

Το Αρμένικο μοναστηριού του Αγίου Μακαρίου (Σουρπ Μακάρ) ή Αρμενομονάστηρου, όπως είναι γνωστό, που βρίσκεται στην οροσειρά του Πενταδακτύλου στη Χαλεύκα και που χρονολογείται στη Μεσαιωνική περίοδο, είναι μια άλλη δραματική περίπτωση βανδαλισμού. Το Αρμενομονάστηρο είναι το μοναδικό Αρμενικό μοναστήρι που υπάρχει στην Κύπρο και το σημαντικότερο Αρμενικό εκκλησιαστικό κτίριο στο νησί. Έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά από τους Τούρκους. Η καταστροφή του έγινε από πυρκαγιά. Από το μοναστήρι δεν έμεινε απολύτως τίποτε, εκτός από μερικούς τοίχους, που στέκονται ακόμη μισοερειπωμένοι. Κατά το έτος 1814 κτίστηκε νέα εκκλησία στα βόρεια της αρχικής εκκλησίας της μονής. Το μνημείο αυτό αποτελούσε φημισμένο θρησκευτικό κέντρο μέσα στους αιώνες και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Αρμένικης εκκλησίας στη Μέση Ανατολή γενικά, και στην Αρμένικη κοινότητα της Κύπρου ειδικότερα. Ως συνέπεια της Τούρκικης εισβολής του 1974, η Αρμένικη κοινότητα έχει στερηθεί το λατρευτικό της αυτό μνημείο το οποίο έχει λεηλατηθεί, και καταστραφεί. Το μοναστήρι σήμερα έχει μετατραπεί σε καφετερία.


We all know who Charbel is.In Greece his name has been changed from Charbel to Sarbel. We have been told that his father is Greek Cypriot and that his mother is Lebanese.
I have always wondered why Charbel had a Maronite name if his father was a Greek Cypriot but then again, I thought that he probably took his name from his mother who was Lebanese and I figured that she was a Maronite Lebanese.
Again I wondered how did his mother learned to speak the Cypriot Greek dialect so perfectly since virtually nobody who is not a native Cypriot can master it, especially if they did not live in Cyprus but London. Then I found a Cypriot Maronite site, and in this site, members of the Cypriot Maronite community claim that Charbel or Sarbel is actually a Cypriot Maronite,that his father and mother are both Cypriot Maronites both of them born at the village of Ayia Marina Skillouras. Therefore his father Elias is not a Greek Cypriot and his mother Josephina is not Lebanese, even though she lived in Lebanon for some time during her life.
Interesting and some how it makes sense.


Probably the most divergent of all Arabic varieties is Cypriot Maronite Arabic, still spoken by 130 Maronites in Kormatiki, 100 in Limassol and 60 in the rest of Maronite community in Cyprus. Kormakitis is one of the 4 Maronite villages in the mountains of northern Cyprus. Maronites also live in refugee communities in Nicosia and Limassol.
A Semitic dialect, Cypriot Maronite Arabic is closely related to Maltese and Anatolian Arabic, and arrived in Cyprus with the migration of Maronites in the 8th century and again in the 10th century. Cypriot Arabic is largely adaptive to its environment and is infused with Greek, Turkish, French and Italian influences, since its speakers have been in contact with these other languages throughout its history. Today, as victims of assimilation to the Greek Cypriot community and the division of the island, the language of Cypriot Maronites has now been classed by the United Nations as seriously endangered. By the next generation it will have become extinct unless there are joints efforts by Greek and Turkish Cypriots to save it.


Πιθανώς τα πιο διαφοροποιημένα από όλες τις Αραβικές γλωσσικές ποικιλίες είναι τα Κυπριακά Μαρωνίτικα Αραβικά: Ομιλείται ακόμα προφορικά από 130 Μαρωνίτες στο Κορμακίτη, 100 στη Λεμέσο, και 60 στο υπόλοιπο της κοινότητας των Μαρωνιτών της Κύπρο. Ο Κορμακίτης είναι ένα από τα 4 Μαρωνίτικα χωριά στα βουνά του βορρά της Κύπρου. Επίσης ζουν Μαρωνίτες και στις κοινότητες προσφύγων στη Λευκωσία και στη Λεμεσό. Μια σημιτική διάλεκτος,τα κυπριακά Μαρωνίτικα Αραβικά είναι πολύ κοντά με αυτά της Μάλτας και τα Αραβικά της Ανατολίας. Εμφανίστηκαν στην Κύπρο με τη μετανάστευση Μαρωνιτών τον 8ο αιώνα και πάλι στο 10ο αιώνα. Τα Κυπριακά Αραβικά είναι κατά ένα μεγάλο μέρος προσαρμοσμένα στο περιβάλλον τους και είναι εμποτισμένα με τις ελληνικές, τουρκικές, γαλλικές και ιταλικές επιρροές, δεδομένου ότι οι ομιλητές του ήταν σε επαφή με αυτές τις άλλες γλώσσες σε όλη την ιστορία τους. Σήμερα, ως θύμα της αφομοίωσης στην ελληνοκυπριακή κοινότητα στο νότιο τμήμα του νησιού, η γλώσσα των Κυπρίων Μαρωνιτών έχει ταξινομηθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως σοβαρά διακινδυνευμένη. Από την επόμενη γενεά θα έχει γίνει εκλείψαν εκτός αν υπάρχουν συνδεδεμένες προσπάθειες από τους Έλληνες και Τούρκους Κυπρίους να τη σώζουν.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007


The Maronites got their name from Saint Maron (350-410 AD) who lived near Mount Taurus situated in Syria. He was a hermit, and many crouds joined him to live under his spiritual guidance. After his death in 410 AD, a church was built and dedicated to his memory. His disciples formed the nucleus of the Maronite Church and they founded a monastery named after him. This monastery grew rapidly and became then head of a body of monasteries which spread over Syria and Lebanon. "Maronitism" meant the Christian movement inspired by St Maron, his disciples and his monasteries which were a source of edification for many of the faithful. During the 16th century they came in full communion with Rome, and thus Roman Catholics, but kept their own Patriarch, traditions, and the use of Syriac in their religious services. With the Islamic conquests radiating outward from the Arab Peninsula, and the destruction of St. Maron's Monastery on the Orontes River, in 938, the Maronites abandoned Syria's lush coastal plains for the inaccessible mountains of contemporary Lebanon. Some went further afield settling on Cyprus. This setlement happended over four successive waves of emigration that started in the 8th century and lasted over six centuries. The Maronites of Cyprus claim their ancestry to Lebanon and originally their villages amounted to as many as 60, however between 1224 and the Ottoman conquest of 1571, the number of their villages was reduced from 60 to 33. The reasons behind the degeneration of the Maronite presence in Cyprus could be many: the greed and oppression of the Latin Church; the Franciscan campaign to latinize the Maronites and their confiscation of Maronite churches; the persecution inflicted by the Greek Orthodox Church and their seizure of Maronite monasteries; the tyranny and barbarism of the Ottoman invaders, plus the recurring natural and epidemic disasters .The Greeks of Cyprus, who suffered immensely at the hands of the Catholic clergy during the domination of Cyprus by the Latins, did nothing to participate in the defense of the island against the Ottomans, but instead many welcomed their conquest of 1571 with open arms. The Maronites being Catholic, defended the Crusader kingdom against the invasion. Up to 32.000 Maronites were killed during the Ottoman conquest of Cyprus in 1570. At the battle of Famagusta alone, 8.000 died in a bid to stop the Turks from breaching the city walls.With the Ottoman conquest of Cyprus, the Maronites had 33 villages but by 1596, about 25 years after the Ottoman conquest, the total number of Maronite villages had been reduced to 19. The Ottoman domination of Cyprus brought on the demise of the Maronite colony on the island. As their villages became depopulated through death, enslavement and migration, the Maronite population became almost extinct and, because of persecution and taxation, their bishops and archbishops became non-resident. While the Ottomans ruled, the Greeks who had gained a bit of advantage for a while, began their retaliation against the Catholics – which meant the Maronites, who were the only Catholics left on the island. The vengeance of the Greeks began with the confiscation of the Maronite churches and was magnified by their accusation that the Maronite clergy was working for the return of Venetian rule to Cyprus and was plotting against the Ottoman Empire before the Sublime Porte in Istanbul. Consequently, the Ottomans inflicted their anger on the Maronites. They killed, exiled, imprisoned and enslaved many. They obliged many others to embrace the Greek Orthodox rite and to obey the Greek hierarchy. By 1636, the situation for the Christians in Cyprus, both Greeks and Maronites had become intolerable and the conversions to Islam began. "Since not everyone could stand the pressures of the new situation, those unable to resist converted to Islam and became crypto-Christians. They were called Linobambaci - a composite Greek word that means men of linen and cotton, a metaphorical term referring to the dual nature of their religious beliefs. This persecution caused a considerable number of Christians, including a good number of Maronites, to adopt Islam as a survival mechanism. The Maronites who adopted Islam lived mainly in Louroujina in the district of Nicosia. However, these Maronites who had converted indespair did not fully denounce their Christian faith. They kept some beliefs and rituals, hoping to denounce their 'conversion' when the Ottomans left. For example, they baptized and confirmed their children according to Christian tradition, but administered circumcision in conformity with Islamic practices. They also gave their children two names, one Christian and one Muslem. Noting the poverty of the Maronite people, the lack of priests to serve their communities and the sad state of their parishes and constant persecution, their life on the island was filled with sorrow and pain. However, they maintained a presence and persisted in their faith, although some succumbed due to persecution. By the time British rule came to the island their numbers where reduced to 1.131 out of 209.286 Cypriots, and living in only 4 villages. This census was taken in1891-according to the historian Palmieri, there was, in the thirteenth century, an estimated number of 50.000 Maronites living in 60 villages.Their exctiction was almost complete. Under British Rule (1878-1960), the Maronite community saw a great economic and cultural development, together with an increase in population. They consolidated their religious and political rights, and built their own churches and schools. With the first census carried out by the newly established Republic of Cyprus in 1960, there were approximately 2.752 Maronites living in Cyprus, mainly in the four remaining Maronite villages of Kormakitis, Karpashia, Asomatos and Agia Marina, in the northwest region of the island. However, the suffering of the Maronites in Cyprus was not due to come to an end. In 1974, following the Turkish invasion of Cyprus and the partition of the island, the inhabitants of these villages, who were mainly an agricultural community owning considerable areas of land, were displaced from their ancestrial lands along with the Greek Cypriots and dispersed throughout the southern Greek controled part of the island. The year 1974 has turned the whole community into refugees. This sudden uprooting of the population, and its resettlement in a drastically different context has done great harm to the survival of the community and it's Arabic dialect which survived in Kormakitis village to the present.The dialect's long isolation from the main currents of the Arab world has caused it to develop on a track of its own, to such an extent that it is practically unintelligible to native speakers of Arabic. Linguists are puzzled by the characteristics it shares with the medieval Arabic dialect spoken in Baghdad by the Muslims and Jews, even as they point to evidence that it has reached an advanced stage of language death, as it is now spoken only by villagers over the age of 40. Once in the South, Maronites are in danger of losing their identity as many marry Greek Cypriots and assimilate, swapping their unique dialect and customs for the Greek Orthodox majority's. The four villages, which are now practically unpopulated but for a few elderly persons, are facing annihilation. Today, a drive to the Maronite heartland resembles a plunge into dereliction. Abandoned villages are fenced off by coils of rusty barbed wire and watchtowers - embedded at regular intervals - delineate out-of-bounds military zones. Military vehicles parked in rows in village squares and derelict church spires peeping above buildings subjected to 33 years of neglect complete the surreal panorama of a militarized rural idyll. Of the remaining Maronite villages, two are closed military zones whose residents need a pass to enter and exit. Today, the dusty lanes of Kormakitis are a steadily ossifying cultural repository of an ancient, perhaps doomed, community. A new generation of Maronites in the south prefer the hip cafes of Greek Nicosia over the church and see no need to hang on to a religious identity that sets them apart from the mainstream.Ties with Lebanon are weak and mostly confined to cultural and religious activities. While Maronite communities thrive in Brazil and the United States, the last members of one of the most historical Maronite communities of the diasporas appear to have entered it's final stage of extiction. While persecution is no longer a threat, Maronites today face their greatest threat in the form of assimilation into the homogeneous, Greek Orthodox Christian majority in the south. Their return therefore to their villages is essential if they are to preserve their identity.

Kormakitis-the largest village of the Maronites in Cyprus, in the Greek Cypriot dialect is called kormatjitis. It is believed that it got it's name from the local people who used to say in their Arabic language the following: "Nah nou zina vakour metjiti", which in English means: "We came here (in Cyprus) but Kour (a), (their original place in Lebanon) did not. Vakour metjiti gradually became kormatjiti, the name of their new village in Cyprus.
During 1974, Kormakitis had a population of over 3,000 people, however after the Turkish invasion only 250 mostly elderly people remained in the village. In the middle of the village, at the center square, the church of Saint George is build which has a very beautiful bell tower belonging to the 15th century. Besides the this big church, Kormakitis also has two small churches dedicated to Saint George. The first one is called Saint George of the nuns, and the second Saint George of Sporos situated at place called kornos. There is also another small church in the village dedicated to the Virgin Mary and was build in the 15th century.

The village of Karpasha is the smallest of the four Maronite villages of Cyprus. The village takes its name from the region of Lebanon from which the first inhabitants of Karpasha came from. During 1778 the village had only 99 inhabitants, and during another census taken in 1881 it went down even more. In 1973 the population of Karpasha was 245. It is one of the few villages which remained Maronite during the Ottoman domination of Cyprus. Karpasha is the village where the last Bishop of the Maronites of Cyprus, Lukas Karpashiotis, was born. During the Frankish rule of the island, Karpasha was a feud, even though at some time it belonged to the royal lands. The church of the village is dedicated to the Holy Cross. The iconostasis belongs to the 17th century as are two of the icons of the Virgin Mary. Once in the church there was also a precious Byzantine cross now believed to be at the Vatican.

Asomatos is the second largest village of the Cypriot Maronites. Before the Turkish invasion its inhabitants numbered 527. The village takes its name from the Archangels Michael and Gabriel who according to the Christian faith, do not have a body. Its church, dedicated to the Archangel Michael, was rebuilt in 1895. Asomatos is under strict military control since 1974 and the living conditions in the village are far more difficult than those in the other two Maronite villages. Only two old ladies live in Asomatos today.

The village of Ayia Marina is located about 24 kilometers south of Nicosia, the capital of Cyprus. Its Maronite people originated from the Qadisha Valley in Lebanon. Upon settling in this part of Cyprus, they founded a village and named it after their patron saint, Saint Marina of Qannoubin. Until 1964 the village was partly Maronite and partly Turkish. The majority of its inhabitants were Maronites (about 500 Maronites and 100 Turks). However, after that year all the Turkish Cypriots left the village. Ayia Marina once had two Maronite monasteries in its vicinity. The first was that of Saint John of Kouzband (Ayios Ioannis tou Konninokremou) and the latter one which was still in occupation and the only running Maronite monastery until 1974, was that of Saint Elias. It belonged to the Lebanese Maronite Order of Monks. Ayia Marina village had two churches. One church was named after Saint Marina and is believed to have been built in the 1400s. A second church was built in 1971. The village is now a Turkish military camp and its inhabitants don't have the right to return to their homes and lands.

Οι Μαρωνίτες πήραν το όνομά τους από τον Άγιο Μάρωνα (350-410 μ.Χ.) ο οποίος έζησε κοντά στο Όρος Ταύρος που βρίσκεται στην περιοχή της Απάμειας στη Συρία , μια διοικητική περιοχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το χάρισμα της θεραπείας από τον Άγιο Μάρωνα προσέλκυσε ένα μεγάλο πλήθος και πολλοί απ’ αυτούς τον ακολούθησαν επιδιώκοντας τη ζωή της προσευχής και της ταπείνωσης κάτω από τη δική του πνευματική καθοδήγηση. Μετά το θάνατό του το 410 μ.Χ., χτίστηκε ένας ναός και αφιερώθη στη μνήμη του. Οι μαθητές του σχημάτισαν τον πυρήνα της Μαρωνιτικής Εκκλησίας και ίδρυσαν μια Μονή που της δόθηκε το όνομά του. Αυτή η Μονή αναπτύχθηκε ταχύτατα και κατέστη η κεφαλή του κορμού των μοναστηριών που επεκτείνονταν σ’ όλη τη Συρία και το Λίβανο . Ο ‘‘Μαρωνιτισμός’’ σήμανε τη χριστιανική κίνηση εμπνευσμένη από τον Άγιο Μάρωνα, τους αποστόλους του και τα μοναστήρια του που ήταν μια πηγή εποικοδόμησις για πολλούς από τους πιστούς. Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα ήρθαν σε πλήρη κοινωνία με τη Ρώμη, και έτσι έγιναν Ρωμαϊοκαθολικοί, αλλά κράτησαν τον πατριάρχη τους, τις παραδόσεις, και τη χρήση της Συριακής γλώσσας στις θρησκευτικές τους λειτουργίες. Με τις ισλαμικές κατακτήσεις που προήλθαν από την αραβική χερσόνησο, και την καταστροφή του μοναστηριού του Αγίου Μάρωνα στον ποταμό Ορόντη το 938, οι Μαρωνίτες εγκατέλειψαν τις εύχυμες σε βλάστηση παράκτιες πεδιάδες της Συρίας για τα απρόσιτα βουνά του σύγχρονου Λιβάνου. Μερικοί πήγαν πιο μακρυά, μέρχι στη Κύπρο. Αυτή η αποδημία στη Κύπρο έγινε μέσα από τέσσερα διαδοχικά κύματα που άρχισαν τον 8ο αιώνα και διάρκεια πάνω από έξι αιώνες. Οι Μαρωνίτες της Κύπρου διεκδικούν την καταγωγή τους στο Λίβανο και αρχικά τα χωριά τους ανέρχονταν τουλάχιστον σε 60, εντούτοις μεταξύ του 1224 και της οθωμανικής κατάκτησης το 1571, ο αριθμός των χωριών τους μειώθηκε από 60 στα 33. Οι λόγοι πίσω από τον εκφυλισμό της παρουσίας των Μαρωνιτών στην Κύπρο θα μπορούσαν να είναι πολλοί: η πλεονεξία και η κατοχή της Λατινικής Εκκλησίας, η Φραγκισκανική εκστρατεία κατά τους Μαρωνίτες και η κατάσχεση εκκλησιών τους, η δίωξη που επιβάλλονται από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και τη κατάσχεση Μαρωνίτικων Μοναστηρίων από αυτή, της τυραννίας και βαρβαρότητα των Οθωμανών εισβολέων, συν τις επαναλαμβανόμενες φυσικές και επιδημικές καταστροφές. Οι Έλληνες της Κύπρου, που υπέφεραν τα μέγιστα στα χέρια της Καθολικής Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας της Κύπρου από τους Λατίνους, δεν έκαναν τίποτα για να συμμετέχουν στην υπεράσπιση του νησιού ενάντια στους Οθωμανούς, αλλά αντ' αυτού πολλοί χαιρέτισαν την κατάκτησή των Οθωμανών το 1570 με ανοικτές αγκάλες. Όμως οι Μαρωνίτες που ήταν Καθολικοί, υπεράσπισαν το βασίλειο των σταυροφόρων ενάντια στην εισβολή. Μέχρι 32.000 Μαρωνίτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης της Κύπρου το 1570. Μόνο στη μάχη της Αμμοχώστου, 8,000 πέθαναν σε μία προσπάθεια να σταματήσουν τους Τούρκους από την παραβίαση των τοίχων της πόλης. Με την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου, οι Μαρωνίτες είχαν 33 χωριά, αλλά το 1596, περίπου 25 χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση, ο συνολικός αριθμός των Μαρωνίτικων χωριών είχε μειωθεί στα 19. Η Οθωμανική κυριαρχία της Κύπρου έφερε σχεδόν το θάνατο της αποικίας των Μαρωνιτών στο νησί. Καθώς τα χωριά τους ερημώθηκαν από το θανάτου, την υποδούλωση και τη μετανάστευση, ο πληθυσμός των Μαρωνιτών είχε σχεδόν εκλείψει, και λόγω της δίωξης και της φορολογίας, οι επίσκοποι και οι αρχιεπίσκοποι τους έγιναν μη εδρεύοντες. Καθώς οι Οθωμανοί κυβερνούσαν, οι Έλληνες που είχαν αποκομίσει λίγο πλεονέκτημα για μια χρονική περίοδο, άρχισαν την εκδίκηση τους ενάντια στους Καθολικούς - που σήμαινε τους Μαρωνίτες, οι οποίοι ήταν οι μόνοι Καθολικοί που απέμεναν στο νησί. Η εκδίκηση των Ελλήνων άρχισε με την κατάσχεση των Μαρωνίτικων εκκλησιών και ενισχύθηκε από την κατηγορία πως η ιεροσύνη των Μαρωνιτών επίβλεπε για την επιστροφή της Ενετικής κυριαρχείας στην Κύπρο και έκανε σχέδια ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία πίσω από την Ωραία Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, οι Οθωμανοί επέβαλαν το θυμό τους στους Μαρωνίτες. Σκότωσαν, εξόρισαν, φυλάκισαν και υποδούλωσαν πολλούς. Πολλοί άλλοι υποχρεώθηκαν να ασπασθούν την Ελληνική Ορθόδοξη ιεροτελεστία και να υπακούσουν την Ελληνική ιεραρχία. Μέχρι το 1636, η κατάσταση για τους Χριστιανούς στην Κύπρο, Έλληνες και Μαρωνίτες είχε γίνει ανυπόφορη και οι προσηλυτισμοί στο Ισλάμ άρχισαν. Δεδομένου ότι δεν μπόρεσαν όλοι να σταθούν τις πιέσεις της νέας κατάστασης, αυτοί που ήσαν ανίκανοι να αντισταθούν προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ και έγιναν Κρυπτοχριστιανοί. Ονομάστηκαν λινοβάμβακοι - μια σύνθετη ελληνική λέξη που σημαίνει τα άτομα του λινού και του βαμβακιού, ένας μεταφορικός όρος που αναφέρεται στη διπλή φύση των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους. Αυτή η δίωξη ανάγκασε ένα σημαντικό αριθμό Χριστιανών, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου αριθμού Μαρωνιτών, να υιοθετήσει το Ισλάμ ως μηχανισμό επιβίωσης. Οι Μαρωνίτες που υιοθέτησαν το Ισλάμ ζούσαν κυρίως στη Λουρουντζίνα, περιοχή της Λευκωσίας. Εντούτοις, αυτοί οι Μαρωνίτες που είχαν προσηλυτιστεί στο Ισλάμ από απελπισία δεν εγκατέλειψαν πλήρως τη χριστιανική πίστη τους. Κράτησαν μερικές πεποιθήσεις και τελετουργικά, ελπίζοντας να εγκαταλείψουν "τη μετατροπή τους" όταν φύγουν οι Οθωμανοί. Παραδείγματος χάριν, βάφτιζαν και επιβεβαίωναν τα παιδιά τους σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, αλλά συμμορφώνονταν στη περιτομή σύμφωνα με τις ισλαμικές πρακτικές. Έδιναν επίσης στα παιδιά τους δύο ονόματα, ένα Χριστιανό και ένα Μουσουλμανικό. Επισημαίνοντας την ένδεια των Μαρωνιτών, την έλλειψη ιερέων για να εξυπηρετήσουν τις κοινότητες τους και τη θλιβερή κατάσταση των κοινοτήτων τους και συνεχή δίωξη, η ζωή τους στο νησί ήταν γεμάτη από θλίψη και πόνο. Εντούτοις, διατήρησαν μια παρουσία και ενέμειναν στην πίστη τους, αν και μερικοί υπέκυψαν λόγω της δίωξης. Όταν η Βρετανική κυριαρχία ήρθε στο νησί οι αριθμοί τους είχαν μειωθεί σε 1.131 από 209.286 Κυπρίους, και διαβίωναν σε μόνο 4 χωριά. Αυτή η απογραφή λήφθηκε το 1891. Κατά τον ιστορικό Palmieri, υπήρξε τον 13 αιώνα, ένας κατ' εκτίμηση αριθμός 50.000 Μαρωνιτών που ζούσε σε 60 χωριά. Η εξαφάνιση τους από τη Κύπρο ήταν σχεδόν πλήρες. Με την Βρετανική κυριαρχία στο νησί (1878-1960), η κοινότητα των Μαρωνίτων γνώρισε μια μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη, μαζί με μια αύξηση σε πληθυσμό. Παγίωσαν τα θρησκευτικά και πολιτικά δικαιώματά τους, και έχτισαν τις εκκλησίες και τα σχολεία τους. Με την πρώτη απογραφή που πραγματοποιήθηκε από την πρόσφατα καθιερωμένη Δημοκρατία της Κύπρου το 1960, υπήρξαν περίπου 2.752 Μαρωνίτες στην Κύπρο, κυρίως στα τέσσερα χωριά που τους παράμειναν. Ο Κορμακίτης, ο Ασώματος, η Καρπάσια, και η Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, που βρίσκονται στη βορειοδυτική περιοχή του νησιού. Όμως τα βάσανα των Μαρωνιτών στην Κύπρο δεν επρόκειτο να τερματιστούν. Το 1974, μετά την Τουρκική εισβολή στη Κύπρου και το διαχωρισμό του νησιού, οι κάτοικοι αυτών των χωριών, που ήταν κυρίως γεωργικές κοινότητες που κάτεχαν μεγάλες ποσότητες γης, εκτοπίστηκαν από τα πατρογονικά τους εδάφη μαζί με τους Ελληνοκυπρίους και διασκορπίστηκαν σε όλο το νότιο μέρος του νησιού. Η εγκατάσταση τους σε ένα δραστικά διαφορετικό περιβάλλον έχει κάνει μεγάλη ζημιά στην επιβίωση της κοινότητας και της Αραβικής διαλέκτου που επέζησε στο χωριό Κορμακίτης μέχρι το παρόν. Η μακροχρόνια απομόνωση της διαλέκτου από τα κύρια ρεύματα του Αραβικού Κόσμου την έχει αναγκάσει να αναπτυχθεί σε μια δική της διαδρομή, σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι σχεδόν ακατανόητη στους ομιλητές των Αραβικών. Οι γλωσσολόγοι μπερδεύεται από τα χαρακτηριστικά αυτής της διαλέκτου που μοιάζει με τη μεσαιωνική Αραβική προφορική διάλεκτο της Βαγδάτης, η οποία ομιλείτο από τους μουσουλμάνους και τους Εβραίους. Όπως δείχνουν τα στοιχεία, η Αραβική διάλεκτος της Κύπρου έχει φθάσει σε ένα προχωρημένο στάδιο γλωσσικού θανάτου, αφού μιλιέται τώρα μόνο από τους χωρικούς πέρα από την ηλικία των 40. Με τη μετοίκηση τους στο νότο, οι Μαρωνίτες είναι σε κίνδυνο να χάσουν τη ταυτότητά τους δεδομένου ότι πολλοί παντρεύονται Ελληνοκυπρίους και αφομοιώνονται, ανταλλάσσοντας τη μοναδική τους διάλεκτο και τα έθιμα τους με αυτά της Ελληνικής Ορθόδοξης πλειοψηφίας. Τα τέσσερα Μαρωνίτικα χωριά, που είναι τώρα σχεδόν ακατοίκητα εκτός από μερικά ηλικιωμένα άτομα, αντιμετωπίζουν τον εκμηδενισμό. Σήμερα, μια πορεία στην ενδοχώρα των Μαρωνιτών της Κύπρου μοιάζει με μια κατάδυση στην εγκατάλειψη. Τα εγκαταλειμμένα χωριά περιφράζονται από σκουριασμένα οδοντωτά καλώδία και παρατηρητήρια - που ενσωματώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα - σκιαγράφοντας τις στρατιωτικές ζώνες που είναι εκτός ορίων. Τα στρατιωτικά οχήματα σταθμευμένα σε σειρές στις πλατείες των χωριών και εγκαταλελειμμένα κωδωνοστάσια εκκλησιών που κρυφοκοιτάζουν επάνω από τα κτήρια που υπέβαλαν 33 χρόνια παραμέλησης, ολοκληρώνουν το υπερφυσικό πανόραμα ενός στρατιωτικοποιημένου αγροτικού ειδυλλίου. Από τα τέσσερα χωριά των Μαρωνιτών, δύο είναι κλειστές στρατιωτικές ζώνες, οι κάτοικοι των οποίων χρειάζονται χαρτί πορείας για να μπουν και να βγουν. Σήμερα, οι σκονισμένες πάροδοι του Κορμακίτη οδηγούν σε μια οστειοποιημένη πολιτιστική αποθήκη μιας αρχαίας, ίσως καταδικασμένης, κοινότητας. Μια νέα γενεά Μαρωνίτων στο νότο προτιμά τα καφέ της Ελληνικής Λευκωσίας παρά την εκκλησία και δεν βλέπει καμία ανάγκη να κρατιέται πάνω σε μια θρησκευτική ταυτότητα που τους θέτει εκτός της πλειοψηφίας. Ο δεσμός τους με τον Λίβανο είναι πενιχρός και συνήθως είναι περιορισμένος σε πολιτιστικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Ενώ οι κοινότητες των Μαρωνιτών αναπτύσσονται στη Βραζιλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα τελευταία μέλη μιας από τις πιο ιστορικές κοινότητες των Μαρωνιτών της διασποράς φαίνονται να εισέρχονται στο τελικό στάδιο της εξαφάνισης. Ενώ η δίωξη δεν είναι πλέον απειλή, οι Μαρωνίτες της Κύπρου αντιμετωπίζουν σήμερα τη μέγιστη απειλή υπό μορφή αφομοίωσης στην ομοιογενή, Ελληνική Ορθόδοξη πλειοψηφία στο νότο. Η επιστροφή τους επομένως στα χωριά τους είναι ουσιαστική εάν πρόκειται να συντηρήσουν την ταυτότητά τους.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007


In the northern side of the Pentadactylos mountain range, at the kyrenia district, very close to the village of Koutsoventis, and below the castle of Buffavento, the monastery of Saint John Chrysostomos is situated. It is famous for its water spring, the water of which cures skin diseases .According to tradition, in the castle of Buffavento, which also became the reason for the monastery of Saint Chrysostomos to be build, there lived far from the world, a Queen, who suffered from the incurable illness of leprosy.Her name was Maria de Molino and she was of Venician origin. Her only company was her beloved lap-dog whο finally also got infected by leprosy. The dog liked to leave the castle and go out to play. However he started coming back each day wet and on his return the Queen noticed that the dog had begun to heal. Full of curiosity, the Queen asked one of her servants to follow the dog in order to find out where he was going everyday and afterwards return in better health. The servant discovered a water spring beneath the mountain where the dog went to swim. Thus the Queen did the same, and when she was completely cured, she decided to abandon the castle and go to the city and live with her family. The night, before her departure however, Saint Chrysostomos presented himself in her sleep and asked her to build a monastery in his name. He also asked the Queen to pass the remainder of her life in the monastery. The Queen started to build the monastery immediately and in a few months, the monastery of Saint Chrysostomos was finished. She brought monks to live in it, and gave to the monastery much land and money for its maintenance. This Queen stayed in the monastery up to the end of her life fulfilling the wish of the Saint. The monastery was build during the Byzantine period, likely at the end of the Arab raids in Cyprus, and has two churches. In the north the oldest one is found which was build in 1050 A.D and was dedicated to Saint John Chrysostomos, with murals like the one of the Pantocratoras on the dome, Saint John the Baptist, and archangel Micheal. The second church was build in 1891 and was dedicated initially to the Holy Trinity and later to Saint Helen. This church took many icons from the church of Saint Chysostomos because it begun to suffer from deterioration and had fallen to decay. During the years of Ottoman rule, the monastery was pillaged by the Turks, but was rescued from annihilation, when in the beginning of the 17th century a rich Cypriot and devoted Christian bought it and gave it as a present the the Holy Sepulcher, in Jerusalem. From then on it has become a dependency of the Greek Orthodox Patriarchate of Jerusalem. The monastery was once very rich and many outstanding figures of monasticism from Cyprus and Palestine lived there such as Saint Neophytos.
Monastic life continued in the monastery up to 1974 but after the Turkish invasion it was looted and pillaged with the monitoring of the occupying troops. Among other monuments stolen from the monastery, the 12 century icon (the one shown in the photo below) of Archangel Michael is missing. Today the monastery is used as an army camp, and it is a prohibited military area. Near the monastery of Saint John Chrysostomos, fossils of dwarf elephants and dwarf hippopotamus were found who lived in Cyprus during the Pleistocene period. Also near this area ,there are the ruins of the Maronite church of the Virgin Mary of Koutsoventis, which was built from brick. When the village ceased to be Maronite and the inhabitants became Orthodox the church was left to fall into ruins. It consists of two churches joined together, one with a very large dome which has now collapsed . The interior is completely painted, the east part in an accomplished Byzantine manner, probably of the early fourteenth century, the west parts and narthex with large standing figures of saints, rather later and in a more Syrian style.

Στη βόρεια πλευρά της οροσειράς του Πενταδακτύλου, πολύ κοντά το χωριό Κουτσοβέντης, και λίγο πιο χαμηλά του κάστρου του Βουφαβέντου, βρίσκεται η Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Το μοναστήρι είναι φημισμένο για την πηγή του,το νερό της οποίας θεραπεύει δερματικά νοσήματα.Σύμφωνα με την παράδοση στο κάστρο του Βουφαβέντου, που έγινε και η αιτία για να κτιστεί το μοναστήρι του Αγίου Χρυσοστόμου, ζούσε μακριά από τον κόσμο, μια ρήγαινα. Το όνομα της ήταν Μαρία ντε Μολίνο, Βενετσάνα στη καταγωγή. Η ρήγαινα αυτή, υπέφερε από την αγιάτρευτη αρρώστια της λέπρας. Μοναδική συντροφιά της ήταν το αγαπημένο της σκυλάκι που τελικά κόλλησε και αυτό τη λέπρα και έφυγε από το κάστρο. Όταν ξανα- επέστρεψε είχε ήδη αρχίσει να γιατρεύεται. Γεμάτη απορία η αρχόντισσα έβαλε έναν υπηρέτη της να ακολουθήσει το σκυλάκι για να δει που πήγαινε κάθε μέρα και μετά επέστρεφε σε καλύτερη κατάσταση. Ο υπηρέτης ανακάλυψε μια πηγή κάτω από το βουνό όπου λουζόταν το σκυλί και γιατρευόταν. Έτσι λιπών η ρήγαινα έκανε το ίδιο και όταν ήταν πια εντελώς υγιής, αποφάσισε να εγκαταλείψει το κάστρο και να κατέβει στη πόλη να ζήσει με τους δικούς της. Τη νύκτα όμως πριν την αναχώρηση της, εμφανίστηκε στον ύπνο της ο Άγιος Χρυσόστομος και της ζήτησε να του κτίσει ένα μοναστήρι και να περάσει την υπόλοιπη ζωή της εκεί. Η ρήγαινα ξεκίνησε αμέσως δουλειά και μέσα σε λίγους μήνες κτίστηκε το μοναστήρι του Αγίου Χρυσοστόμου. Έφερε μοναχούς και χάρισε στη μονή πολλά κτήματα και λεφτά για τη συντήρηση του. H ρήγαινα, παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της, εκπληρώνοντας το θέλημα του αγίου. Το μοναστήρι κτίστηκε κατά τα βυζαντινά χρόνια, πιθανόν στα τέλη των Αραβικών επιδρομών και υπάρχουν δύο ναοί. Στα βόρεια βρίσκεται ο παλαιότερος που κτίστηκε το 1050 μ.Χ. και αφιερώθηκε στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, με τοιχογραφίες όπως του Παντοκράτορα στον τρούλλο, του Ιωάννη του Προδρόμου, και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Η δεύτερη εκκλησία είναι κτίσμα του 1891 και αφιερώθηκε αρχικά στην Αγία Τριάδα και αργότερα στην Αγία Ελένη. Ο ναός αυτός πήρε πολλές εικόνες από τον ναό του Αγίου Χρυσοστόμου που είχε αρχίσει να παθαίνει φθορές και καταστροφές από καιρό. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το μοναστήρι λεηλατήθηκε από τους Τούρκους αλλά γλίτωσε τον αφανισμό όταν στις αρχές του 17ου αιώνα κάποιος πλούσιος Κύπριος ευσεβής Χριστιανός το αγόρασε και το χάρισε στον Άγιο Τάφο, στα Ιεροσόλυμα. Από τότε αποτελεί εξαρχία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Το μοναστήρι υπήρξε πολύ πλούσιο και εκεί έζησαν εξαίρετες μορφές του μοναχισμού της Κύπρου και της Παλαιστίνης, όπως ο Άγιος Νεόφυτος. Η μοναχική ζωή συνεχίστηκε μέχρι το 1974 και δύστυχος μετά την Τουρκική εισβολή λεηλατήθηκε η σύληση έγινε με την εποπτεία των κατοχικών στρατευμάτων, απ’ όπου μεταξύ άλλον αγνοείται και ο Αρχάγγελος (φωτογραφία επάνω) του 12ου αιώνα που εκλάπη. Σήμερα το μοναστήρι χρησιμοποιείται σαν στρατόπεδο, και είναι απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη. Κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ανεβρέθηκαν απολιθώματα νάνου ελέφαντα και νάνου ιπποπόταμου που έζησαν στην Κύπρο κατά την Πλειστόκαινη περίοδο. Κοντά στη περιοχή αυτή, υπάρχουν επίσης, τα ερείπια της Μαρωνίτικης εκκλησίας της Παναγίας του Κουτσοβέντη, η οποία είναι κτισμένη από τούβλο. Όταν το χωριό έπαυεσαι να είναι Μαρωνίτικο και οι κάτοικοι του έγιναν Ορθόδοξοι, η εκκλησία αφέθηκε να περιέλθει στη καταστροφή. Αποτελείται από δύο εκκλησίες που ενώνονται μαζί,η μία με μεγάλο θόλο που έχει όμως καταρρεύσει. Το εσωτερικό είναι εντελώς τοιχογραφημένο, το ανατολικό μέρος σε έναν ολοκληρωμένο βυζαντινό τρόπο, πιθανώς του πρόωρου 14 αιώνα, το δυτικό μέρος και ο νάρθηκας με τες μεγάλες φιγούρες Αγίων, μάλλον αργότερα και σε ένα πιο Συριακό ύφος.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007


"Bellapaix, even in ruins, was a testimony to those who had tried, however imperfectly, to grasp and retain their grip on the inner substance of the imagination, which resides in thought, in contemplation, in the Peace which had formed part of its original name, and which in my spelling I have always tried to retain. The Abbey de la Paix, corrupted by the Venetians into Bella Paise. . . . It was to take me nearly a year to gain currency for the spelling Bellapaix, which is as near as one can get today to its original.
"But no such thought was in my mind that first spring morning as I walked in those deserted cloisters, touching the rosy stones of the old Abbey with an idle hand, noticing the blaze of flowers . . . and here and there, bursting from a clump of fallen masonry, cracking the rock triumphantly, the . . . plumes of yellow fennel. . . . In that silence the light airs of the plain climbed up to us, full of the small sound of birds as they stooped and dived in the blue gulf below. Somewhere near at hand came the rustle and dribble of spring-water feeding the flowers."--Bitter Lemons, "The Tree of Idleness"

Bellapais is a small village in the hills above the resort town of Kyrenia on Cypru's north coast. The village owes much of its popularity to the beautiful surrounding countryside, immortalized by Lawrence Durrell in Bitter Lemons. The celebrated book introduced the world to the haphazard charms of Cyprus in the 1950's and there's been a steady stream of visitors ever since. In Bellapais itself, something of the flavour of this bygone age remains and it is easy to spend hours meandering about the streets admiring the panoramic views down to the coast. Now it is under Turkish occupation.

It was in Bellapais, that Lawrence Durrell in his book Bitter Lemons identified the Tree of Idleness. ‘Its shadow incapacitates one for serious work... if you intend to try and work, (do) not sit under the Tree of Idleness,’ Durrell’s guide warned him.These days of Course, Lawrence Durrell is long gone (and long dead), but some of his legacy lives on.Although there is some debate as to where this tree is today (or whether the original still actually exists).

Το Μπέλλα-πάϊς,το κατεχόμενου χωριού της Κύπρου που βρίσκεται στην επαρχία Κυρηνείας. Στο χωριό μπορείτε να δείτε το θρυλικό Αββαείο του Μπέλλα-πάϊς. Το σημερινό του όνομα προέρχεται από το Γαλλικό "Abbaye de la paix", που σημαίνει "Το Ειρηνικό Μοναστήρι". Οι πρώτοι ένοικοι του μοναστηριού ήταν Ιππότες του Τάγματος των Αυγουστίνων οι οποίοι ήρθαν από τα Ιεροσόλυμα της Παλαιστίνης. Το πρώτο τμήμα του μοναστηριύ κτίστηκε μεταξύ του 1198-1205μ.Χ. Επί βασιλείας του Γάλλου Βασιλιά Χιούη του ΙΙΙ (Τρίτου) κτίστηκαν μεταξύ του 1267-1284 οι περισσότερες πτέρυγες του μοναστηριού έτσι όπως το βλέπουμε σήμερα. Οι εξώστες γύρω από τους κήπους και οι Αψίδες κτίστηκαν επί βασιλείας του Γάλλου Βασιλιά Χιούη ΙV (τέταρτου) (1324-1359). Στον μακρινό ορίζοντα μπορείτε να δείτε την όμορφη θάλασσα της Κυρήνειας, ενώ το Αββαείο και το χωριό Μπέλλα-Πάϊς πνίγονται κυριολεκτικά στο πράσινο.

Bellapais Abbey or the Peace Monastery which takes its name from the French "Abbaye de la Paix" is a beautiful example of Gothic art and is built on a rocky mountain top, is one of the most excellent examples of Lusignan period Gothic architecture in the Near East. It which holds a special place in the island's architectural inheritance, is among the monuments of the many civilizations which have established themselves on the island and one of the most famous of the architectural treasures that Cyprus is home to. The main part of the monastery was built during 1198-1205 by King Hugh III of France. When the island was taken by Ottomans, the building was delivered to the Orthodox Church. The Italian frescoes seen at the entrance of the chapel were painted in 15th century. It is at the very heart of the beautiful, mountainside village of the same name, Bellapais Abbey remains a haven of peace.


Κάπου στραφτεί κάπου βροντά,
κάπου χαλάζιν ρίβκει,
κάπου Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη.
Μήτε στραφτεί μήτε βροντά,
μήτε χαλάζιν ρίβκει,
μήτε Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη,
μονόντας εν η ρήαινα τες σκλάβες της τζιαί δέρνει,
τζιαί δέρνει τζιαί σκοτώνει τες,
για να της μολοήσουν,
πκοιάν αγαπά ο ρήας της τζιαί πκοιάν εν π’ αγκαλίζει.
Τζιαί πκοιάν βαλεί στ’ αγκάλια του την νύκταν τζιαί τζοιμίζει.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:
- Αν σου το πω τζυράκκα μου, έσσιεις με σκοτωμένην,
τζ’ αν σου το φήκω στο κρυφόν, είμαι θανατισμένη.
Τζιαί πολοάται η ρήαινα της σκλάβας της τζιαί λέει:
- Μα το σπαθίν που ζώννουμαι, που πα ομπρός τζιαί πίσω,
τζείνον να ένει ο χάρος μου, σκλάβα μου αν σου τζίσω.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:
- Πάνω στην πάνω γειτονιάν έσσιει τρεις αερφάες,
την μιαν λαλούν την η Ροδού, την άλλην Αδορούσαν
η τρίτη η καλλύττερη εν η Αροδαφνούσα,
τον μήναν που γεννήθητζεν ούλλα τα δέντρ’ ανθθούσαν,
εππέφταν τ' άνθθη πάνω της τζιαί μυρωδκιοκοπούσαν.
Ροδόστεμμαν εν η Ροδού, γλυκόν εν η Αδορούσα,
μα το φιλίν του βασιλιά εν γιά την Αροδαφνούσαν.
Τζείνην εν π’ αγαπά ο αφέντης μου, τζείνην εν π’ αγκαλίζει
τζείνην βάλει στ’ αγκάλια του, την νύκταν τζιαί πλαγίζει,
που το μάθεν ο Βασιλιάς τζεί πάει τζιαί κονεύκει.
Που το μάθεν η ρήαινα, αρκώθην τζιαί θυμώθην,
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνει
τζιαί δια το της, της σκλάβας της, στ’ Αροδαφνούν να πάρει
χαπάρκα τζιαί μυνύνατα πεμπεί της για να πάει.
Τζ’ έπηρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει την στ’ Αροδαφνούς τα σπίδκια,
τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:
- Άνου να πας Αροδαφνού, τζ’ ωσγοιάν αν θέλεις πάμεν
Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’ η ρήαινα σε θέλει
- Τζιαί μέναν σκλάβα η ρήαινα που μέ’ δεν, που με ξέρει!
Ίντα με θέλει ρήαινα, ίντα’ν το μήνιμαν της;
τζιαί αν με θέλει για χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια,
αν ένι για το γέμωσμα, να πκιάσω τα λαήνια,
αν ένι για το ζύμωμαν, να πάρω τες σανίες,
τζ’ αν ένι για μαείρεμαν, να πάρω τες κουτάλες.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:
- Άνου να πάμε Ροδαφνού, τζ’ ότι αν θέλης πκιάσε.
Τζ’ επκιάσεν τ’ ανικτάριν της, τζιαί στο σεντούτζιν πάει,
τζ’ έβκαλεν τα παλλιά ρούχα, φόρησεν τα καλά της
π’ αππέσσω βάλλει πλουμιστά, π’ αππέξω γρουσαφένα,
τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα,
καζακκάν ολόγρουσον φορεί, γρουσόν μαλαματένον,
ποδά κομμάτιν λασμαρίν, να μεν την πκιάνει ο ήλιος,
ποζιεί γρουσόν μήλον κρατεί, τζιαι παίζει το τζιαί πάει.
Τζιαί βάλλει βάγιες που τ’ ομπρός, τζιαί βάγιες που τα πίσω,
τζιαί βάγιες που τα δκυο πλευρά τζιαί πέρνουν την τζιαί πάει,
τζ’ επολοήθην τζ’ είπεν τους, των βάγιων της, τζιαί λέει:
- Έλατε, βάγιες μου καλές στης ρήαινας να πάμεν,
γιατί εν ενί θέλημαν θεού,
πόψε εις την εκκλησσιάν αντίερον να φάμεν.
Επίραν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τες στης ρήαινας τον πύρκον.
Εβκέην έναν το σκαλίν, τζιαί σούστην τζ’ ελυίστην,
εβκέην τζ’ άλλον το σκαλίν τζ’ ενιφτοκανατζίστην,
τέλεια στο πάνω το σκάλιν τζ’ η ρήαινα την νώθη,
φωνάζει τζιαί της σκλάβας της, τσαέραν γιά να φέρη.
Που την θωρεί η ρήαινα έμεινεν σπαγιασμένη:
- Είδα την τζιαί σπαγιάστηκα, τζ’ άντρας μου πως να μείνει!
- Τζ’ ώρα καλή σου ρήαινα.
- Καλός την πέρτικαν μου!
Καλός ήρτες Αροδαφνού, να φας να πκιής μετά μας
- Εγιώ εν ήρτα ρήαινα, να φα να ξεφαντώσω,
παρά βουλήν μου έπεψες τζιαί ήρτεν να με πάρη.
Ρωτά την τζιαί ξαννοίει την πκιάν αγαπά ο ρήας.
- Εγιώ τζυρά μου ρήαινα, χαπάριν εν το έχω.
Τζιαί τζει χαμαί η ρήαινα έκαμεν τζει να πάει
τζιαί πολοάτ’ Αροδαφνού τζιαί λέει τζιαί λαλεί της:
- Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν !
Η ρήαινα εν άκουσεν,
οι σκλάβες της που τουν τζεί χαμαί, τζείνες εν που τ' ακούσαν
τζ' επήαν εις την ρήαιναν τζιαί λέουν τζιαί λαλούν της:
- Tζιαί να’ ξερες τζυράκκα μου, Αροδαφνού ιντά πεν!
Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν!
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνη
τζιαί δια το εις στην σκλάβα της, Αροδαφνούς να πάρη
Χαπάρκα τζιαί μηνύματα πάλε στην Ροδαφνούσαν
- Άνου να παμεν Ροδαφνού, τζ’ η ρήαινα σε θέλει.
Τζιαί πολοάται η Αροδαφνού της σκλάβας της τζιαί λέει:
- Τωρά μουν εις την ρήαιναν, πάλε ίντα με θέλει!
- Άνου να πάμεν Ροδαφνού τωρά εν που σε θέλει.
Έμπην έσσω τζιαί έφκαλεν τα ρούχα τα καλά της
τζαί φόρισεν τα μαύρα της τα ρούχα τα παλιά της,
μαυρίζει τζιαί το μήλον της, τζιαί πέζει το τζιαί πάει
τζιαί πολοήθην τζ’ είπεν τους τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Τζ’ ελάτε βάγιες δαχαμέ να ποσσιαιρετιστούμεν,
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου αν ενά ξαναβρεθούμεν
τζιαί που σα πάω βάγιες μου, πού σ’ αποσσιαιρετώ σας
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου, πκιόν αν τζιαί ξαναδώ σας.
Έσσιετε γειάν ψηλά βουνά, τζιαί κλίνη που τζοιμούμουν,
τζ’ αυλή που δκιατζενεύκουμουν, τόποι που δκιατζενούμουν.
Τζ’ επήρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει την στης ρήαινας το πύρκον.
- Ίντα με θέλεις ρήαινα, τζ’ ίνταν το θελημάν σου;
Που την θωρεί η ρήαινα που τα μαλιά την πκιάννει.
- Ελα να πάμεν Ροδαφνού, τζ’ ο κάμινος αφταίννει.
Τζιαί πολοάτε η Αροδαφνού της ρήαινας τζιαί λέει:
- Tζιαί χάμνα με που τα μαλλιά, τζιαί πκιάσ’με που το σσιέριν.
Χαμνά την απού τα μαλλιά, πκιάννει την που το σσιέριν.
Τζιαί βάλλει μιαν φωνήν μιτσσιάν τζιαί μιαν φωνήν μεάλην.
Τζ’ ο ρήας εις την περασσιάν, εσείστην η πιννιά του,
πάνω στο φαν, πάνω στο πιείν, ο ρήας την ακούει:
- Μουλλώστε ούλλα τα βκιολιά τζιαί ούλλα τα λαούτα,
τουτ’ η φωνή, που ξέβικεν, εν της Αροδαφνούσας,
Τζιαί φέρτε μου τον μαύρον μου, σελλοχαλινωμένον.
Ππηά, καβαλλιτζεύκει τον, σαν ήτουν μαθημένος
τζ’ ώστι να πεί έσσιετε γειάν, έκοψεν σσίλια μίλια,
τζ’ ώστι να πουν εις το καλόν, στης ρήαινας τον πύρκον.
Βρίσκει την πόρταν βαωτήν, βάλλει φωνήν μεάλην
Έλ’ άννοιξε μου, ρήαινα, Σαρατζηνοί με τρέχουν,
Σαρατζηνοί με τα σπαθκιά, Φράντζοι με τες κουρτέλλες.
Τζιαί πολοάται η ρήαινα τζιαι λέει τζιαί λαλεί του:
- Έπαρ’ μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην,
γεναίκαν έχω στο τζελλίν, πέρκιμον την γεννήσω.
Κλοτσσιάν της πόρτας έδωκεν, όξω’ τουν, τζ’ έσσω βρέθην,
θωρεί τζιαι την Αροδαφνούν χαμαί στην γην σφαμένην,
τζιαί πκιάννει τζιαί την ρήαιναν, στον κάμινον την βάλλει.
Αγκάδκιασεν στην κόξαν του, τζ’ ηύρεν χρυσόν φηκάριν,
μέσα στο χρυσοφήκαρον, βρισκ’ αρκυρόν μασσιέριν,
στους ουρανούς το πάταξεν, στο σσιέριν του ευρέθην,
τζιαί πάλε ξανασύρνει το, εις την καρκιάν του έμπην.
Τζ’ επκιάσαν τους τζ’ εθάψαν τους τζεί πάνω πον τα τζιόνια.
Τζιαί τζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισι τζ’ εμέναν ως παλλά τε.

Down yonder at five rivers way, down yonder at five springs,
Three pretty lasses live, three lasses with eyebrows so arched.
The one is called Adorou, the other Adorousa,
The third, the prettiest as well, is called Arodaphnousa.
The trees, they all broke out in bloom the month when she was born
The blossoms rained upon her head, their smell was Oh! So sweet.
Rose-water was for Adorou, rose-sweet for Adorousa,
But only the king’s very kiss was for Arodaphnousa.
“Somewhere a storm, it rages wild, somewhere it throws down hail
Somewhere the Lord God has in mind a land to rend asunder.”
“Nowhere does a storm rage wild, nowhere does hail crash down.
It’s none other than the Queen herself who bids her maids to tell her.”
And then the Queen sends messages, sends missives to Arodaphnou.
“Rise ye, O sweet Arodaphnou, the Queen she wants to see you”
“Pray, tell me what she wants with me? What may her missive be?
If it’s for kneading dough so sweet, let me my breadboards take.
If it’s for cooking meals so good, let me my ladles take.
If it’s for dancing happily, let me my kerchiefs take.”
“Rise ye, let’s go Arodaphnou, and take whate’er you like.”
She went and donned her best good clothes,
Not short, not long, right for her age.
Inside she wears embroidered clothes, outside all gilt-adorned.
And way on top she deemed to wear her pretty, shiny pearls.
In one hand she bore rosemary, the sun for not to burn her,
The other held an apple red, and tossing it she goes.
She takes the road, she takes the path
Which leads her to the Queen’s abode.
She stands and ponders: How to greet the Lady of the Castle?
“Am I to call her sweet clove-tree? But that is gnarled and knotty.
Am I to call her red rose-bush? That, once again, has thorns.
Oh let me greet her as I must, deservedly, with merit.”
Alighting on the very first step, she preened and primped herself.
Alighting on the second, she stood admiring herself.
“Good day to you O Queen, O daughter grand and regal
You shine a-seated on your throne, resplendent like a dove.”
And in response, with weighted words, the Queen she answered thus:
“On seeing you, confused I got, I leaned against the wall,
And lost all words I was to say, all that I were to tell you.
If I saw you and got confused, how could the King stay indifferent!
Come, Rodaphnou, let’s go right now; the furnace, it is burning.”
“Give me two hours, patience show, two hours more a-waiting,
So that I may call timidly, and then again more loudly;
Perchance the King will heed my cries and come and set me free.”
“You may cry once, or twice or thrice, or time and time again.
The King’s too far away from here to come and set you free.”
But far away, amid food and drink, the King he hears the calls.
“Be quiet all ye fiddlers now! Be quiet all ye lutists!
The cry that came from yonder far was my Arodaphnousa’s.
Slaves! Bring me my jet-black steed, which crushes stones in passing,
Which melts the iron in its path, which drinks from the Euphrates!”
And by the time he said “Goodbye”, a thousand miles he’d covered.
And by the time they said “Farewell” another thousand had he gone.
In step with clouds he travels far, the Sun and he doth race,
And on the third spur of his steed, the castle does he reach.
“Come! Open up for me O Queen! I haste, the need is pressing!”
“Be patient, O dear Lord, I plead, but not more than an hour.”
He kicks the door asunder hard, and enters still a-mounted.
And finds Arodaphnousa there, in her own blood a-laying.
And finds his wife, the Queen herself, a-seated on a rug.
He gently takes Arodaphnou and lays her on the rug.
He grabs his wife, the Queen herself, and stabs her hard and fast.
Arodaphnou was laid to rest by sombre priests and clerics.
The Queen was left and was devoured by a brace of hungry hounds.

A medieval song, based on historical facts. According to Leontios Machairas, the Frankish King of Cyprus, Peter I, fell madly in love with a noblewoman by the name of Joanna l’Aleman, and left her pregnant. During the King’s absence in France, Queen Eleonora summoned Joanna to the palace, where she subjected her to indescribable torture so that she would lose the baby, without however any success... Popular lore however substituted the noblewoman with a beautiful village girl, Arodaphnousa, and armed with rich imagination provided various twists and turns to the story through many variations. At the same time however, many historical elements remained unchanged. The song is quite long. Cypriot demotic music features many such lengthy narratives, which in days of old were presented at appropriate venues, such as the long hours of working in the fields, the threshing-floor, the cleaning of coarse cotton at nights at home, the endless winter evenings in front of the fireplace, without television and radio. Today, these venues as such no longer exist, and unfortunately the songs which used to be performed at them have also vanished. One of those songs was “Arodaphnousa”, which was extremely popular in days of old.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007


Some 22 km from Paphos town lies the beautiful village of Choulou, built at 320 m above sea level. The village's main occupation is vine cultivation for wine production and the cultivation of grain, broad beans, tobacco, almond trees, olive trees, carob trees and citrus fruit. There was a time when the village had a mixed population of Greek and Turkish Cypriots, while in the Middle Ages it was a famous feud, associated with the well known Cypriot song Arodaphnousa of the Medieval times. From Choulou legend takes Arodaphnousa to the other end of the island, to Kantara castle of Kyrenia. Kantara Castle, is where one of Cypru's queens kept Arodaphnousa, the beautiful peasant girl from Choulou who the French king of Cyprus loved. Arodaphnousa became pregnant, just as the king left to fight in the Holy Land. The queen waited until the king was safely away, then locked Arodafnousa in the castle to starve her to death. The flowers seen everywhere in Cyprus are named after her—Arodaphnes.

Περίπου 22 χλμ από την πόλη της Πάφου βρίσκονται το όμορφο χωριό Χούλου, που χτίστηκε 320 μέτρα επάνω από τη στάθμη θάλασσας. Το κύριο επάγγελμα των κατοίκων του χωριού, είναι η καλλιέργεια αμπέλων για την παραγωγή κρασιού, ή η σιτοκαλιέργεια. Επίσης παράγουν φασόλια, καπνό, αμυγδαλιές, ελιές, φρούτα, χαρούπια, και εσπεριδοειδή. Κάποτε το χωριό είχε μικτό πληθυσμό Ελλήνων και Τούρκων. Το μεσαίωνα, η Χούλου υπήρξε το κέντρο μιας διάσημης διαμάχης που είναι συνδεδεμένη με το πολύ γνωστό μεσαιωνικό κυπριακό τραγούδι Αροδαφνούσα. Από την Χούλου ο μύθος παίρνει την Αροδαφνούσα στο άλλο άκρο του νησιού, στο κάστρο της Καντάρας, στη Κερύνεια, όπου μια από τις Ρήγαινες της Κύπρου, η Ρήγαινα Ελεονώρα αιχμαλωτίζει την Αροδαφνούσα, τη πανέμορφη χωριατοπούλα από τη Χούλου, που ο Φράγκος Ρήγας της Κύπρου, Πέτρος αγάπησε. Η Αροδαφνούσα έμεινε έγκυος, ακριβώς όταν ο Ρήγας έφευγε για να πολεμήσει στους Αγίους Τόπους. Η Ρήγαινα περίμενε έως ότου ο Ρήγας ήταν μακριά και ακίνδυνος, και κατόπι κλείδωσε την Αροδαφνούσα στο κάστρο για να λιμοκτονήσει. Τα λουλούδια που βλέπουμε παντού στην Κύπρο, οι αροδάφνες, πήραν το όνομα της.


Η Παναγία η Δέσποινα πωρνόν, πωρνόν σηκώθηκεν
ενίφτην τζι’ εχολλιάστην τζι’ εσταυροτζιεφαλιάστην
τζι’ εις στο θρονίν της εκάτσεν, χρυσόν δουλλάππιν έβαλεν
χρυσόν ροάνιν έπκιασεν, χρυσήν τουλούππαν έπκιασεν
χρυσά φιτιλία έκοψεν, χρυσήν κλωστήν εσταύρωσεν
τζι’ εφτά ροάνια γέμωσεν, τζι’ ο ήλιος έν ανάτειλεν.
Έρεξεν η ζήλα, η μήλα, η μαλλουροπoύ, η δησοβριού, η αναρκοδοντού.
Καλόν λόον είπασιν τζαί κακόν εγύρισεν.
Έππεσεν η Παναγία, η Δέσποινα τζι’ έκλαιεν ,
τζι’ εθρήνιζεν τζαί τα όρη μαρανίσκαν.
Τζι’ ήρτεν ο γυιός της ο μονογενής:
- Είντα σιεις μάνα τζαί θρηνίζεις,
τζαί τα όρη μαρανίζεις;
Λαλεί του:
Πωρνόν, πωρνόν σηκώθηκα
νίφτηκα τζι’ εχολλιάστηκα τζι’ εσταυροτζιεφαλιάστηκα
τζι’ εις στο θρονίν μου εκάτσα, χρυσόν δουλλάππιν έβαλα
χρυσόν ροάνιν έπκιασα, χρυσήν τουλούππαν έπκιασα
χρυσά φιτιλία έκοψα, χρυσήν κλωστήν εσταύρωσα
τζι’ εφτά ροάνια γέμωσα, τζι’ ο ήλιος έν ανάτειλεν.
Έρεξεν η ζήλα, η μήλα, η μαλλουροπού,
η δησοβριού, η αναρκοδοντού.
Καλόν λόον είπαμεν τζαί κακόν εγύρισεν.
Λαλεί της:
- Εκάμαν κατά δυσανάτολα
Εβούρησεν ο γυιός της ο μονογενής,
τζι’ αντίκοψεν τες αντίπερα του ποταμού.
-Πού πάτε, ζήλα,μήλα, μαλλουροποού,
δησοβριού, αναρκοδοντού;
-Γιατί νά’ρτης να μας αντικόψης, αντιπέρα του ποταμού;
Εμείς πκιαζούμαστεν να πάμεν μες την θάλλασαν,
παιδκία να θαψούμεν,φοράες να ψοφήσουμεν,
βούδκια να ποζεξούμεν,
καπάδκια να ξιμαντρίσουμεν, μελίσσια να ποζάρουμεν.
-Να πάτε πάνω στο βουνί το Έλαιος,
Τζι έσσιει βούρναν μαρμαρένην,
έσσιει γάλα τζαί νερό να σσιείψετε να πκείτε,
να σας περάση ο θυμός.

Στ’ όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος
νιν καί αεί καί είς τούς αίωνας τών αίωνων. Αμήν

This is a very old prayer from Cyprus to ward off the evil eye and malice. The prayer goes like this:

Early in the morning the Virgin Mary woke up,
she got dressed, put khol on her eyes and crossed her head.
She made verything ready to start her weaving,
but the sun would not rise
Then came by malice, jelousy, and ungliness to visit her,
they said good words to the Virgin but nothing good come from it.
The Virgin started to weep and cry,
then her son came to her and asked her what was wrong.
She told him the story.
Christ run after them and reached them over a river heading for the sea.
Why do you come after us they told him?
We are off to make malice,
to kill children, and animals, and destroy things.
Christ told them to go to the Mountain of Mercy,
and they will find a basin with milk and water
and drink it so that their rage would go away.